απανθρακώνομαι


απανθρακώνομαι
απανθρακώνομαι, απανθρακώθηκα, απανθρακωμένος βλ. πίν. 4

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θρακώνω — [θράκα] 1. (για καύσιμα είδη) καίγομαι ολότελα, γίνομαι θράκα, χωνεύω («θράκωσαν τα κούτσουρα») 2. (για μη καύσιμα είδη) απανθρακώνομαι («θράκωσαν τα κάστανα») …   Dictionary of Greek

  • πυρ — Bλ. λ. φωτιά. * * * το / πῡρ, πληθ. πυρά, ΝΜΑ, και πύυρ και ποιητ. τ. πύϊρ Α 1. ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φλόγας, η οποία προέρχεται από την καύση ορισμένων σωμάτων, φωτιά 2. φρ. «Πυρ άγιον» το άσβεστο πυρ στο θυσιαστήριο τών… …   Dictionary of Greek